μεμβράνα

μεμβράνα
μεμβράνα, μεμβράνη η
1) пергамент; 2) тонкая кожа (для переплетения книг и т. п.); 3) анат. перепонка, плёнка, плева;

η μεμβράνα τού ωτός — барабанная перепонка;

4) физ. мембрана, диафрагма;
5) биол оболочка клетки

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μεμβράνα" в других словарях:

  • μεμβράνα — μεμβράνᾱ , μεμβράνα membrana fem nom/voc/acc dual μεμβράνᾱ , μεμβράνα membrana fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράνα — και μεμβράνη, η (ΑM μεμβράνα) λεπτό κατεργασμένο δέρμα ζώου που χρησιμοποιείται ως γραφική ύλη, η περγαμηνή («ἐρχόμενος φέρε, καὶ τὰ βιβλία, μάλιστα τὰς μεμβράνας», ΚΔ) νεοελλ. 1. λεπτό δέρμα, ύφασμα ή χαρτί που έχει διάφορες εφαρμογές και… …   Dictionary of Greek

  • μέμβρανα — μέμβρανον membrana neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράνας — μεμβράνᾱς , μεμβράνα membrana fem acc pl μεμβράνᾱς , μεμβράνα membrana fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράναις — μεμβράνα membrana fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράνη — μεμβράνα membrana fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμβράινος — μεμβράϊνος και βεβράϊνος, ίνη, ον (Μ) αυτός που αναφέρεται στη μεμβράνα ή αυτός που είναι κατασκευασμένος από μεμβράνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *μεμβράνινος (< μεμβράνα), με ανομοιωτική αποβολή τού πρώτου ν , Ο τ. βεβράϊνος (< μεμβράϊνος) με… …   Dictionary of Greek

  • μέμβρανον — μέμβρανον, τὸ (ΑM, Μ και βέμβρανον) μεμβράνα, περγαμηνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. membranum (βλ. λ. μεμβράνα). Ο τ. βέμβρανον με αφομοιωτική τροπή τού πρώτου μ σε β ] …   Dictionary of Greek

  • μέμβρινος — και βέβρινος και μέμπρινος, ίνη, ον (Μ) 1. κατασκευασμένος από μεμβράνα, από περγαμηνή 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ βέβρινον η περγαμηνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεμβράνα + κατάλ. ινος. Ο τ. βέβρινος με ανομοιωτική αποβολή τού δεύτερου μ και αφομοιωτική τροπή τού …   Dictionary of Greek

  • μεμβράνιο — το [μεμβράνα] το λεπτότατο εξωτερικό στρώμα τής μεμβράνας τών κυττάρων, αλλ. υμένιο …   Dictionary of Greek

  • μεμβρανόφωνο — το κάθε μουσικό όργανο στο οποίο δονείται μια τεντωμένη μεμβράνα προκειμένου να παραχθεί ήχος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»